




«Τί με νοιάζουν κόκκαλα παληά;» ρωτά ένας υπερόπτης και άπληστος χαρακτήρας του Kipling, έτοιμος να πατήσει μια συμφωνία κυρωμένη με κοινή θυσία. Τί μάς νοιάζουν, αλήθεια, γεγονότα 72 χρόνια παληά; Οι περισσότεροι από όσους εδώ πολέμησαν, είτε έπεσαν παρ’ Άρεως δμηθέντες, τότε, στα χρόνια της νιότης τους, είτε έσβησαν ένας – ένας, στην αχλύ του χρόνου. Οι παππούδες μας έχουν φύγει, οι πιο πολλοί, αρκετοί από τους πατέρες μας επίσης και κάποιοι της γενιάς μας ήδη έχουν περάσει απέναντι. Τί σημασία λοιπόν έχει, τι έγινε στο Αλαμέιν, 72 χρόνια αργότερα; Αλήθεια; Κι όμως, ο καρπός του δέντρου που ποτίστηκε τότε εδώ, με ποταμούς αίματος, είναι ακόμη μαζί μας. Και ίσως τώρα, όπως και τότε, να κινδυνεύει να χαθεί, καθώς, όπως φαίνεται, η Ανθρωπότητα δεν έχει ακόμη κερδίσει τον πόλεμο κατά του σκοτεινού εαυτού της. 72 χρόνια πριν, στο έρημο αυτό πεδίο, άνδρες από πολλές χώρες πολέμησαν και πέθαναν, με την πεποίθηση ότι έδιναν τον καλόν αγώνα και ότι η δική τους Πατρίδα, όποια ήταν, προασπιζόταν ένα ιερό σκοπό. Πολλοί απατήθηκαν, άλλους δικαίωσε η Ιστορία, όμως το γεγονός ήταν ένα: Ήταν άνθρωποι με τιμή που έδωσαν τον αγώνα τους χωρίς μίσος. Δεν είχε συμβεί αυτό σε άλλα μέτωπα, όπου ο Άνθρωπος συχνά έδειξε τα όρια της αγριότητάς του. Και επειδή αυτό συνέβη, έστω μόνον εδώ, μπορέσαμε, στην Ευρώπη τουλάχιστον, να τολμήσουμε να ονειρευτούμε, ότι ναι, έχουμε όλοι ένα μέλλον μαζί. Οι βετεράνοι της Αφρικανικής εκστρατείας υπήρξαν μεταξύ των πρώτων που πίστεψαν στην ιδέα, την στήριξαν με την ψήφο τους και εργάστηκαν για αυτήν. Πότισαν τα παιδιά τους, την πρώτη γενεά των Ευρωπαίων, με την απέχθεια για την φρίκη του πολέμου και με τον σεβασμό, που οι ίδιοι είχαν τότε δείξει στον αντίπαλο. Ακόμη περισσότερο, με το αίσθημα αλληλεγγύης, με το οποίο είχαν όλοι αντιμετωπίσει τον θάνατο, αλλά και την τρομερή αυτή Έρημο, που αδέρφωνε όλους τους, χωρίς διάκριση, μέσα στην θανατηφόρα απεραντοσύνη της. Έχτισαν, οι άνθρωποι αυτοί, την Ευρώπη της αλληλεγγύης, την Ευρώπη της ισότητας, την Ευρώπη της ελευθερίας και της χάρισαν 62 χρόνια ειρήνης. Και όλοι πιστέψαμε, ότι η Ευρώπη μας είχε γίνει η Πόλις η επί Όρους Κειμένη, το παράδειγμα για τον κόσμο και τις μελλοντικές γενιές. Όμως, καθώς οι παληοί στρατιώτες έσβηναν σιγά- σιγά στον χρόνο, κάποιοι άλλοι ένοιωσαν πια ασφαλείς να θέσουν το μοιραίο ερώτημα: «Και τί μάς ενδιαφέρουν κόκκαλα παληά;». Και αμέσως, η μήτρα που γέννησε τον τότε πόλεμο, άρχισε πάλι να γεννοβολά: απληστία, αδιαφορία για τον συνάνθρωπο, υπεροψία, ψεύδος, απάτη. Και η Ευρώπη που χτίσαμε, που χτίστηκε πάνω σε αυτές τις μνήμες που σήμερα τιμούμε, άρχισε να τρίζει και να δείχνει ξαφνικά τόσο τρωτή… Ποτέ μην λησμονήσουμε τί έγινε εδώ, γιατί έγινε και τί καλούμαστε σήμερα να υπερασπιστούμε. Θα είμαστε ανάξιοι, απέναντι στις ιερές σκιές που στοιχειώνουν αυτόν τον τόπο, αν το δώρο της ελευθερίας, που εκείνοι μάς χάρισαν, επιτρέψουμε να θυσιασθεί στον βωμό της απληστίας λίγων. Θα είμαστε ανάξιοι, αν σταθούμε λιγότερο έντιμοι από αυτούς και συγκαλύψουμε την λιποψυχία μας, με έωλες δικαιολογίες. Αλλά γνωρίζω ότι δεν θα το πράξουμε – όχι εμείς οι Έλληνες τουλάχιστον, καθώς ήδη βγαίνουμε νικητές από μια τρομερή δοκιμασία, που ίσως μάς επιφύλαξε το Θείο, για να τιμωρήσει την Ύβρη κάποιων από εμάς. Η αρχαία τραγωδία δεν παύει άλλωστε να μάς διδάσκει. Αυτή θα είναι η τελευταία φορά που προΐσταμαι αυτής της τελετής, που πάντοτε ένοιωθα ότι αποτελούσε το επίκεντρο των μνημών κάθε έτους. Κοιτώ τα ονόματα στις πλάκες που μάς περιβάλλουν και διακρίνω τα ονόματα ανθρώπων που υπήρξαν φίλοι της οικογένειάς μου, συμπολεμιστές του πατέρα μου – μαχητή του Αφρικανικού Μετώπου, που και η δική του σκιά είμαι βέβαιος ότι είναι σήμερα εδώ. Και αφού κλάψουμε στην καρδιά μας ο καθένας τον δικό μας άνθρωπο, ας γυρίσουμε στο καθήκον, όπως εκείνοι θα ήθελαν…»













(Οι φωτογραφίες είναι από την ιστοσελίδα www.pyramisnews.gr)


